Sunday, August 12, 2007

ΥΠΕΧΩΔΕ ενόψει εκλογών


Ο Υπουργός Χωροταξίας κ. Γ. Σουφλιάς, εξάγγειλε ότι θα φέρει σύντομα στη Βουλή νομοσχέδιο, που θα λύσει πολλά από τα χωροτακτικά προβλήματα της Χώρας.

Α ς ελπίσουμε ότι, επιτέλους, θα περιλάβει στο νομοσχέδιο αυτό διάταξη, που να καλύπτει το νομικό κενό που προκλήθηκε το 2003 από άλλη τροποποίηση παραμονών εκλογών του Π.Δ. 24 του 1985 για τη εκτός σχεδίου δόμηση, της προκατόχου του κ. Βάσως Παπανδρέου αυτή τη φορά, όπου, πάνω στη φούρια αγνοήθηκε η αντίθεσή της με άλλους χωροτακτικούς νόμους όπως είναι εκείνοι που αφορούν Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε) για την προστασία του περιβάλλοντος και ο νόμος περί Εθνικού Κτηματολογίου.

Συγκεκριμένα: με το νόμο 3212/2003 θεσμοθετήθηκε για την κατάτμηση οικοπέδου εκτός σχεδίου η προϋπόθεση ύπαρξης προσώπου τουλάχιστον 25μ. σε κοινόχρηστο, δηλ. δημόσιο, δρόμο. Προέκυψε θέμα πότε ένας δρόμος θα θεωρείται κοινόχρηστος, οπότε καθορίστηκε ότι θα πρέπει να είναι τέτοιος πριν από το 1923.

Όμως στις Ζ.Ο.Ε υπάρχουν εξαιρετικά αυστηρότερες προϋποθέσεις (πχ. αρτιότητα στα 20 στρ. αντί στα 4), όχι όμως αυτή περί μετώπου. Κι ο πρωτοετής της Νομικής γνωρίζει, πως ο ειδικός νόμος κατισχύει του γενικού, αλλιώς δεν θα είχε λόγο ύπαρξης κι εφαρμογής. Άλλωστε ο νομοθέτης, αν θεωρούσε πως χρειαζόταν κι ο όρος αυτός μέσα στους αυστηρούς αυτούς νόμους, θα τον τοποθετούσε κατά την συγκρότησή τους ή , τέλος πάντων, αν απαιτείτο και σε αυτούς, έπρεπε να αναφερθεί ρητά στην τροποποίηση του 2003, που τον επέβαλε.

Από την άλλη, μπορεί μεν το Εθνικό Κτηματολόγιο να μην ολοκληρώθηκε, αρκετές όμως περιοχές της χώρας έχουν ενταχθεί σ’ αυτό τα τελευταία χρόνια, αφού έγιναν καταγραφές, ενστάσεις και εκδικάσεις τους και παρήλθαν οι από το νόμο πολυετείς προθεσμίες. Στις περιοχές αυτές πλέον, σύμφωνα με το Νόμο του Κράτους 2664/1998, για να γίνουν συμβόλαια απαιτείται να προσκομισθεί στον συμβολαιογράφο Κτηματολογικό Φύλλο, με τις σφραγίδες των ειδικών υπηρεσιών που έχουν συγκροτηθεί. Το έγγραφο αυτό είναι αναγκαίο και ικανό για να αποδείξει τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου. Επιπλέον κάθε ιδιοκτησιακή μεταβολή υποχρεωτικά μεταγράφεται στα Κτηματολογικά Βιβλία πλέον, κι όχι στο Υποθηκοφυλακείο.

Ενώ όμως το Κράτος εξασφαλίζει με το Κτηματολόγιο με οριστικό κι απόλυτο τρόπο την ιδιοκτησία των ιδιωτών στις περιοχές όπου υπάρχει, το ίδιο αμφισβητεί τη δική του ιδιοκτησία εκεί. Έστω κι αν στο Κτηματολογικό Βιβλίο αναφέρεται δρόμος ως Δημόσιος και όλοι οι όμοροι του δρόμου ιδιώτες έχουν αποδεχθεί την κυριότητα του Δημοσίου, οι Πολεοδομίες, (παρά την προς αυτές Εγκύκλιο 8 της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του 2005) την αμφισβητούν και στέλνουν τους ιδιώτες να βρουν τρόπους, συνήθως δικαστικούς, να αποδείξουν πως ο κατά το Κτηματολόγιο, δηλ. κατά το νόμο, δημόσιος δρόμος είναι …δημόσιος, με τη διαδικασία πως ήταν από το 1923! Επιπλέον δε ότι έχει κηρυχθεί δημόσιος από το Νομάρχη.

Ξέρουμε πως τους ελληνικούς δρόμους τους χάραξαν και τους διεύρυναν, όχι νομαρχιακά ρυμοτομικά σχέδια, αλλά οι κοινωνικές ανάγκες και πως σε ελάχιστες περιπτώσεις οι Νομαρχίες μπήκαν στον κόπο να …κηρύξουν, έστω και εκ των υστέρων τους δημόσιους δρόμους ως ιδιοκτησία τους! Έτσι λοιπόν, ακόμα και με αποδεικτικό το Κτηματολόγιο, οι ιδιώτες δεν μπορούν να κατατμήσουν τα οικόπεδά τους.

Τόσο οι Πολεοδομίες όσο και στο ΥΠΕΧΩΔΕ, δέχονται την ύπαρξη των παραλογισμών του πράγματος, αλλά δηλώνουν πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, επειδή ξεχάστηκαν να περιληφθούν οι σχετικές διευκρινίσεις στο νομοσχέδιο της κ. Β. Παπανδρέου, το 2003. Και, φυσικά, μέχρι σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, κανείς αρμόδιος δεν μπήκε στον κόπο να λύσει το θέμα με μια από τις τόσες τροπολογίες που καθημερινά κατατίθενται στη Βουλή!

Αποτέλεσμα: Κάθε Πολεοδομικό γραφείο, σε όλη την Ελλάδα, κάθε υπάλληλός του, αποφασίζουν πότε έτσι και πότε αλλιώς κρίνοντας κατά το δοκούν.

Στην Ζάκυνθο, για παράδειγμα, όπου μια μεγάλη περιοχή και σε Ζ.Ο.Ε είναι ενταγμένη και στο Εθνικό Κτηματολόγιο, έχουμε το φαινόμενο, ο ένας υπάλληλος να εκδίδει πολεοδομική άδεια κατά τον ειδικό νόμο περί ΖΟΕ, να αλλάζει ο υπάλληλος και να ανακαλεί την ίδια άδεια κατά το γενικό νόμο του 2003! Στο μεταξύ ο ιδιώτης να έχει νομιμότατα κτίσει και να έχει κάνει προσύμφωνο πώλησης των κτισμάτων. Οπότε να γεννώνται μια σειρά δικαστικών διεκδικήσεων, όπου έχουν όλοι δίκιο, με αποτέλεσμα, εκτός από τις καθημερινές αντεγκλήσεις στο Πολεοδομικό Γραφείο να φορτώνονται ακόμη περισσότερο τα πινάκια των Διοικητικών, Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων. Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση πρόσφατου υπηρεσιακού εγγράφου της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων προς το ΥΠΕΧΩΔΕ, (Αρ. Πρωτ. 2657/1.3.07), με το οποίο το καλεί να λάβει θέση για το χάος αυτό: «επισημαίνοντας τη σοβαρότητα του θέματος που έχει προκύψει, από τη διάσταση απόψεων των εμπλεκομένων υπηρεσιών».

Κατά τα άλλα αυτό ονομάζεται λειτουργία χώρας πλήρως ενταγμένης στη Ευρωπαϊκή Ένωση, που θέλει επενδύσεις, οικονομική ανάπτυξη, θέσεις εργασίας κλπ.

Εκτός κι αν το αλαλούμ διατηρείται σκοπίμως. Ποιόν όμως μπορεί να ωφελεί αυτή η κατάσταση; Τουλάχιστον, όχι το Κράτος, την Οικονομία και τους πολίτες.

Thursday, July 19, 2007

η εκτεθειμένη έκθεση βιβλίου και μια επιστολή

Η έκθεση βιβλίου του προσεχούς Σεπτεμβρίου βρίσκεται προ των πυλών. Και ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου σκέφτηκε να αλλάξει τη μορφή των περιπτέρων, να τα κάνει κυκλικά, μπας και τα μέλη του πουλήσουν κανένα βιβλίο παραπάνω. Τα μεταξωτά βρακιά όμως θέλουν και τις ανάλογες δαπάνες. Έτσι οι εκδότες καλούνται να πληρώσουν για νοίκι των νέων αυτών περιπτέρων τέσσερις φορές περισσότερα! Φυσικό είναι να διαμαρτύρονται. Ένας από αυτούς είναι και ο Θανάσης Ψυχογιός των ομωνύμων εκδόσεων. Ένας συνάδελφός του, ο Γιώργος Κανελλόπουλος, που έχει την ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, του έστειλε μιαν επιστολή για να τον ηρεμήσει. Σας την παραθέτουμε προς τέρψιν και ενημέρωσιν.

Αγαπητέ Θανάση,
Διάβασα την επιστολή διαμαρτυρίας σου προς τον ΣΕΚΒ και σε συγχαίρω για τη λεβεντιά και τη γκρίνια σου που είναι τόσο δημιουργική. Δέξου κι εσύ τις απόψεις μου κι αν θες προώθησέ τες όπου επιθυμείς, γιατί πιστεύω πως κάθε χρόνο στις εκθέσεις είμαστε θύματα ενός “ΣΕΚΒ-ιασμού”.
Πριν προχωρήσω, οφείλω να σου πω πως εγώ πήρα 2 τεταρτημόρια στην έκθεση. Το ίδιο κι εσύ υποθέτω πως στο τέλος θα κάνεις.
Ξεκινάω λοιπόν:
Με την έναρξη της έκθεσης, προτείνω να καλέσουμε τους “δερβίσηδες” της Ανατολής, έτσι ώστε με το χορό τους να προετοιμάσουν τον κόσμο για τον τρόπο που θα λειτουργήσει η φετινή μας έκθεση, στην οποία θα έδινα τον τίτλο “Κυκλοθυμικά και άλλα…” Εσύ καλά τα… χώνεις στον αδαή και άπειρο κατασκευαστή που πρότεινε τα στρογγυλά περίπτερα, όμως η ιδέα δεν είναι καινούργια, είναι παλιά. Το “πέντε κρίκοι ένα τάλιρο” μήπως σου θυμίζει τίποτα; Εγώ παρακαλάω τον Θεό να συμπέσουν τα τεταρτημόριά μας, έτσι ώστε στην αναδουλειά να αλλάξουμε χρήση, δηλαδή τα δύο τεταρτημόρια πίσω να παίζουν μουσικούλα και τα άλλα δύο μπροστά να σερβίρουν ελαφρά ποτά. Μπορούμε ακόμα, να ξαπλώσουμε βιβλία στο πάτωμα του περιπτέρου και να δίνουμε στρογγυλά λάστιχα στους επισκέπτες, να τα πετάνε όπως πετούν στα λούνα παρκ τα κρικάκια στα μπουκάλια. Μια άλλη ιδέα θα ήταν να δίνουμε και καλάμια με αγκίστρι για να “ψαρεύουν” οι πελάτες, μπας και κερδίσουν κανένα βιβλίο.
Έχεις σκεφτεί, Θανάση, σε δύο γειτονικά στρογγυλά περίπτερα να πάει η μάνα δεξιά και το παιδί αριστερά; Θα χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Και βέβαια, απ’ τους πολλούς κύκλους θα πρέπει να έχουμε και κανένα ασθενοφόρο στην έξοδο για να προμηθεύει τα σχετικά φάρμακα και τις πρώτες βοήθειες στους έχοντας ροπή στους ιλίγγους και στις επιληψίες.
Πιστεύω πάντως πως τα στρογγυλά περίπτερα δεν είναι το τέλος της φαντασίας των κατασκευαστών. Λίαν συντόμως θα μας προτείνουν τα τριγωνικά, όπου στην άκρη, στη μύτη δηλαδή της γωνίας, θα βάζουμε το best seller, ακριβώς πίσω τα δύο επόμενα, στην τρίτη θέση τα επόμενα τρία και πάει λέγοντας. Εδώ η συναλλαγή θα γίνεται με φτυάρι (κάτι σαν τον “Κουτάλα” στη Βουλιαγμένη). Το καλύτερο Θανάση όμως θα είναι το… ρωμαϊκό μοντέλο περιπτέρου που θα μοιάζει λίγο και στον Ορθόδοξο Επιτάφιο. Θα έχουμε μέσα σε κουβούκλιο τα βιβλία μας και 4 βαστάζοι θα κυνηγούν τους πελάτες, μεταφέροντας μαζί και το περίπτερο. Ακόμα, Θανάση μου, έχω να σου πω κάτι που διαβάζεται ευχάριστα, αλλά αν το βιώσει κανείς, ιδιαίτερα αν δεν είναι ο δράστης, απέχει κάθε ευχαρίστησης. Επόμενο και ανθρώπινο είναι ύστερα από 4 ώρες ορθοστασίας να έχουν και κάποια αέρια οι συνεργάτες μας στα περίπτερα. Υποθέτω πως μέχρι σήμερα, έκαναν ένα βήμα πίσω κι αφού τσέκαραν μην περνάει κόσμος κοιτώντας αριστερά-δεξιά, τα… έστελναν χαμογελώντας. Ενώ τώρα στα στρογγυλά περίπτερα αν συμβεί κάτι τέτοιο στο συνεργάτη του Α΄ τεταρτημόριου, τι φταίει ο συνεργάτης του Β΄ και του Γ΄ τεταρτημόριου που ενδέχεται να χρεωθούν και την ενέργεια; Κι αν κάνει ένα βήμα πίσω, σκέφτεσαι τι θα πάθει ο συνεργάτης του Δ΄ τεταρτημόριου;
Θανάση, θα τελειώσω με τις τιμές των περιπτέρων. Ευθέως σου προτείνω του χρόνου, αντί για περίπτερο, να νοικιάσουμε ένα δυάρι στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου για να εκθέτουμε τα βιβλία μας ένα ολόκληρο χρόνο. Φτηνότερο θα μας έρθει και θα κάνουμε και το μάγκα.
Καλούς κύκλους και καλή αντάμωση στην έκθεση.
Φιλικά,
Γιώργος Κανελλόπουλος
director@empiria.gr
Υ.Γ. Εφόσον 1 x 2 = 6 και 2 x 2 = 15, μήπως πρέπει να κάνουμε μία επιτροπή, να ερευνήσουμε ποιος είναι –τυχαία το λέω– ο “Μανόλης” που θα κερδίσει από το “γύρω-γύρω όλοι” και αυτός στη μέση;

Sunday, June 10, 2007

Ο Ροίδης σαν Ψαθάς κι ο Παπαδιαμάντης σαν Καρκαβίτσας


Εντυπωσιάζει όλη αυτή η συζήτηση σχετικά με το αν είναι εφικτή ή όχι η μετάφραση του Ροίδη και του Παπαδιαμάντη. Όχι μόνο επειδή μέσα στο γενικότερο αλαλούμ της σημερινής ελληνικής πολιτισμικής πραγματικότητας μοιάζει λιγάκι με το παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέττας, αλλά και γιατί κατά μεγάλο ποσοστό γίνεται χωρίς πριν να τοποθετηθούν τα πράγματα με τη σειρά και με το νόημα που τα έχει βάλει η ιστορία.
Ειδικότερα:
Ξεκινάει η συζήτηση με την Καθαρεύουσα σε μειονεκτική θέση. Τη λέμε φτιαχτή γλώσσα και παραβλέπουμε ότι και η Δημοτική φτιαχτή είναι. Με την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους το γλωσσικό ζήτημα ήταν έτσι όπως το περιγράφει ο Βυζάντιος στη «Βαβυλωνία». Δεν υπήρχει επίσημη ελληνική γλώσσα, παρά πλήθος διαλέκτων με πολύ λίγα τα μεταξύ τους κοινά.
΄Ετσι ο Κοραής, ο Σολωμός και οι περί αυτών ξεκίνησαν μια προσπάθεια να καλύψουν το κενό. Με αγνά κίνητρα και σοβαρά επιχειρήματα και οι δύο δημιούργησαν τη Δημοτική και την Καθαρεύουσα. Η πρώτη καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα κι έτσι άρχισε η διαμάχη, η οποία όμως αποτελεί συγχρόνως και την απόδειξη πως και οι δύο απόψεις είχαν τα υπέρ και τα κατά τους. Διαφορετικά η αναμφισβήτητη γλώσσα του λαού θα καταλάμβανε το θρόνο της και κανείς δεν θα μπορούσε να την κουνήσει.
Η αλήθεια είναι ότι ο λαός εξακολουθούσε να μιλά τις διαλέκτους που ήξερε πάππου προς πάππου. Θυμάμαι τον Κώστα Γεωργουσόπουλο να διηγείται το τι αντιμετώπισε όταν στην δεκαετία του ΄60 τοποθετήθηκε ως καθηγητής φιλόλογος στην διπλανή της Αθήνας Αργολίδα. Δεν μπορούσε να συννενοηθεί με τους μαθητές του, επειδή μιλούσαν την αρβανίτικη διάλεκτο. Η Δικτατορία του 1967 προσπάθησε, ίσως με τον τρόπο του «αποφασίσαμεν και διατάσσομεν» να εξαλείψει τις κατά τόπους διαλέκτους, πράγμα που σε έναν βαθμό το κατάφερε, διαφορετικά οι ντόπιοι ακόμη αυτές θα μιλούσαν.
Από την άλλη επί εκατόν πενήντα χρόνια η καθερεύουσα γραφόταν και μιλιόταν χωρίς πρόβλημα. Όσοι έχουμε τελειώσει τη Μέση Εκπαίδευση πριν το 1975 θα θυμόμαστε την άνεση με την οποία γράφαμε τους διαγωνισμούς μας και λέγαμε τα μαθήματά μας στο σχολείο στην Καθαρεύουσα. Κι ήταν φυσικό, όταν οι εφημερίδες και τα περιοδικά, οι ειδήσεις στο ραδιόφωνο και μετά στην τηλεόραση, αλλά και οι γονείς μας στο σπίτι, λίγο ή πολύ, χρησιμοποιούσαν την Καθαρεύουσα.
Βέβαια η πρωτοκαθεδρία της είχε αρχίσει να αμφισβητείται, αλλά αυτό ήταν φυσικό μετά τόσα χρόνια. Το ότι πολλοί άνθρωποι του λαού δεν μπορούσαν πλήρως να την καταλάβουν οφειλόταν στο μεγάλο ποσοστό αναλφαβητισμού και ότι δεν είχαν πάει σχολείο να την διδαχθούν, ούτε είχαν στη διάθεσή τους τηλεοράσεις και ΜΜΕ για να εξασκηθούν στη χρήση της.
Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που γίνεται σήμερα , που τα σχολεία και τα ΜΜΕ εξασκούν τους αποφοίτους λυκείων και πανεπιστημίων στην λεξιπενία και τον αφελληνισμό της Δημοτικής. Παλιότερα οι πάντες ήξεραν μέχρι και τις περίφημες πλέον λέξεις «αρωγή» και «ευδοκίμηση». Ακόμα και σήμερα ο οποιοσδήποτε χωρικός στην πατρίδα μου την Ζάκυνθο, που μένει σε σπίτι που έκτισε αμέσως μετά τους σεισμούς του 1953, θα σου πει πως μένει σε «σπίτι της αρωγής», εννοώντας πως το έκτισε με το χρηματικό βοήθημα που έδωσε η τότε κυβέρνηση στους ζακυνθινούς σεισμόπληκτους.
Δεδομένου ότι η Καθαρεύουσα κυριάρχησε πρώτη φορτώθηκε, ως γλώσσα της Εξουσίας, του Κράτους και της Διοίκησης με όλην την κακοδαιμονία της νεότερης ελληνικής ιστορίας πράγμα που επιτάγχυνε την απαξίωσή της. Βλέπουμε όμως ότι και με την Δημοτική πλέον ως επίσημη γλώσσα η ίδια κακοδαιμονία κυριαρχεί στον δημόσιο βίο. Ο όποιος αυταρχισμός και η ενδεχόμενη διαφθορά της Εξουσίας δεν θα κολλήσει στη γλώσσα άμα θέλει να εκφρασθεί.
Παράλληλα, όπως ήταν φυσικό, την Καθαρεύουσα την καλλιέργησαν σπουδαίες προσωπικότητες, και την έκαναν να ανθίσει απαράμιλλα κείμενα. Δύο από αυτές είναι ο Ροίδης και ο Παπαδιαμάντης. Ας σημειωθεί ότι και οι δύο έγραψαν στην Καθερεύουσα από επιλογή.
Ασφαλώς και μπορούσαν να γράψουν στην Δημοτική, η οποία πάντα ήταν παρούσα. Ο Παπαδιαμάντης μάλιστα έγραψε τα ποιήματά του στη Δημοτική. Δεν υπάρχει δηλαδή αναλογία με τους Αρχαίους ή τους Βυζαντινούς συγγραφείς, που δεν είχαν άλλη επιλογή. Η Καθαρεύουσα αποτελεί επιλεγμένο συστατικό της γραφής τους και είναι κάτι που θα πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Στην ουσία αξιοποίησαν εκφραστικώς την Καθαρεύουσα όπως άλλοι συγχρονοί τους αξιοποίησαν ως εκφραστικό στοιχείο τη Δημοτική.
Ο Ροίδης ως «μάσκα», όπως επισήμανε σε άρθρο του στα «Νέα» ο Δημοσθένης Κούρτοβικ και ο Παπαδιαμάντης ως απαραίτητο στοιχείο του κλίματος ήθελε να δώσει. Και δεν είναι οι μόνοι ασφαλώς. Εν πάση περιπτώσει η Καθαρεύουσα άφησε ένα τεράστιο σε πλήθος και ποιότητα αριθμό κειμένων, τα οποία καλούμαστε σήμερα να αντιμετωπίσουμε.
Δεν νομίζω πως ο σκοπός που αγιάζει τις μεταγλωτίσσεις των κλασικών κειμένων της Καθαρεύουσας είναι το να μπορέσει η νέα γενιά να κατακτήσει τον πλούτο τους. Όπως δεν μπορώ να διανοηθώ πως ένας νέος αγγλος που θέλει να διαβάσει Σέξπηρ θα ψάξει να βρει σεξπηρικά κείμενα μεταφρασμένα στα σύγχρονα αγγλικά –αν υπάρχουν τέτοιες μεταφράσεις- αντί ένα καλό λεξικό της αγγλικής γλώσσας της σεξπηρικής εποχής.
Η καθαρεύουσα δεν απέχει δα και τόσο πολύ από τα σήμερα καθομιλούμενα ελληνικά. Τη μάνα ή τον πατέρα τους να ρωτήσουν αυτά τα παιδιά για κάποια καθαρευουσιάνικη λέξη, θα πάρουν απάντηση, αφού όλοι οι γονείς έχουν τελειώσει καθαρεουσιάνικο γυμνάσιο. Όπως, τέλος, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι γενιές παιδιών που μαθαίνουν τις ξένες γλώσσες τρεις- τρεις ή που καθημερινά σερφάρουν με τις ώρες σε άπταιστα αγγλικά στο Διαδύκτιο, θα έχουν πρόβλημα να ανοίξουν ένα λεξικό να μάθουν κάποιες ελληνικές λέξεις, αν όντως θέλουν να διαβάσουν Παπαδιαμάντη ή Ροίδη.
Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν θέλουν. Και γιατί να θέλουν; Τι τους νοιάζει τι έκανε η Φραγκογιαννού ή ποια ήταν η ψυχολογία του συριανού συζύγου τον 19ο αιώνα; Η ελληνική κοινωνία αυτής της μορφής παρήλθε ανεπιστρεπτί. Το τέλος της το είδαν οι γονείς τους. Η δική τους γιαγιά ουδέποτε υπήρξε σταχομαζώχτρα, ούτε περνάει καν από το μυαλό τους πως η Σύρος ήταν κάποτε απείρως πιο «trendy» από τη διπλανή της Μύκονο. Ας όψονται τα εκπαιδευτικά προγράμματα των σχολείων του, που μπορεί να τους μαθαίνουν τα πάντα περί Αντρέ Ζιντ και περί Μπουκόφσκυ, αλλά τον Παπαδιαμάντη και το Ροίδη τους περνούν ως γραφικούς ηθογράφους και τίποτα δεν τους δίνουν να καταλάβουν από το ήθος της αφήγησης του πρώτου ή τον πόνο της σάτιρας του δεύτερου, ούτε κάτι από τη διαχρονικότητά των έργων τους, ούτε το πόσο συνδέονται με τη σημερινή τους ελληνική καθημερινότητα.
Είναι συνεπώς οι "μεταφραστές" της Καθερεύουσας, ο Δημήτρης Καλοκύρης και ο Γιώργος Αριστηνός ανειλικρινείς στις προθέσεις τους; Το αντίθετο. Έχουν το ίδιο αγνά κίνητρα και το ίδιο σοβαρά επιχειρήματα με τον Κοραή και το Σολωμό. Αν μη τι άλλο ξεκινούν από την ίδια βάση με εκείνους. Την ύπαρξη ενός κενού. Όχι πλέον γλωσσικού, αλλά πολιτισμικού. Το οποίο είχε ως αποτέλεσμα η γενιά τους να μην βγάλει συγγραφείς διαμετρήματος ανάλογου εκείνου του Ροίδη και του Παπαδιαμάντη, όπως η προηγούμενη γεννιά έβγαλε, λόγου χάρη, τον Καζαντζάκη, τον Τσίρκα, τον Λουντέμη ή τον Χατζή.
Ούτε συγγραφείς καινοτόμους.
Μα ούτε αναγνωστικό κοινό που να εκτιμά τους συγγραφείς όσο τους αξίζει.
Με την ευαισθησία, αλλά και την πρακτική παιδιού λοιπόν, προσπαθούν να προσαρμόσουν τους μεγάλους, που δεν είναι και τόσο κοντινοί, άρα πιο εύκολο να τολμήσει τους αγγίξει κανείς, στα μέτρα της εποχής τους. Κάνουν μια πρόταση, που άλλους βρίσκουν σύμφωνους κι άλλους όχι. Από τους δεύτερους εισπράτουν κατακραυγή που δεν τους πρέπει.
Αν κάτι έμαθε η γενιά μας από τα μεταπολιτευτικά περάσματά της από τον μαρξισμό και τους δήθεν εκφραστές του είναι πως τις ανάγκες τις δημιουργεί η ίδια η κοινωνία, η οποία προσαρμόζεται έτσι ώστε να καλυφθούν. Το μέλλον θα δείξει αν οι νεώτερες γενιές θα θελήσουν μεταφρασμένους ή αμετάφραστους τους κλασικούς έλληνες καθαρευουσιάνους συγγραφείς.
Και τότε θα προκύψει ενδεχομένως άλλο θέμα: Ποια γενιά, πώς και από ποιους θα δώσει τις μεταφράσεις της εποχής.
Επειδή ένα είναι το σίγουρο: Το κυρίως έργο είναι διαχρονικό, ενώ οι μεταφράσεις είδος εποχιακό.
Δείτε αν π.χ. οι τόσο επιτυχείς στην εποχή τους μεταφράσεις του Ρώτα στον Σέξπηρ ή των Καζαντζάκη- Κακριδή στα Ομηρικά Έπη μπορούν σήμερα να σταθούν.
Ο διαχρονικός όμως κανόνας στη μετάφραση θέλει μεταφραστές αντάξιους των συγγραφέων που μεταφράζουν. Οι καλοί φιλόλογοι ή οι απολύτως επαρκείς γνώστες της γλώσσας δεν αρκούν. Χρειάζεται ταλέντο ανάλογο εκείνου του συγγραφέα, επειδή ο μεταφραστής είναι πρωτίστως δημιουργός ή αν θέλετε αναδημιουργός.
Το να δίνει λοιπόν κανείς τον Ροίδη σαν Ψαθά και τον Παπαδιαμάντη σαν Καρκαβίτσα δεν λύνει το πρόβλημα. Αντιθέτως, ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως το κάνουμε για να μπορεί να διαβάσει η νεολαία, πετυχαίνουμε το αντίθετο αποτέλεσμα. Την κάνουμε να νομίζει πως από τα μεταφρασμένα έργα κατέχει Ροίδη και Παπαδιαμάντη, ενώ έχει χάσει την ουσία τους και κατ’ επέκτασιν το ενδιαφέρον της για αυτούς χωρίς καν να τους έχει αγγίξει. Επιπλέον, η γενιά μας πέρα από μεγάλους συγγραφείς δεν φαίνεται να έχει βγάλει ούτε μεγάλους μεταφραστές.
Ας αφήσουμε το χρόνο, συνεπώς, να κάνει τη δουλειά του και ας τον βοηθήσουμε σε αυτό, εγκαταλείποντας τους στρουθοκαμηλισμούς των αχρείαστων διηλήσεων του κώνωπα και προσπαθώντας να αλλάξουμε ό,τι ο καθένας μπορεί από αυτό το πολιτισμικό τέλμα που ταλανίζει κάθε ευαίσθητο έλληνα.
Διαφορετικά μετά από μερικά χρόνια, δεν θα συζητάμε για το αν μας αρέσει περισσότερο ο μεταφρασμένος Παπαδιαμάντης ή ο μεταφρασμένος Ροίδης, όπως κάνουμε τώρα, αλλά όντως θα χρειασθεί να μεταφράσουμε ακόμα και τον πρόμαχο της Δημοτικής Διονύσιο Σολωμό.
Στα αγγλικά εννοείται όλους, αφού αυτή θα είναι η μόνη γλώσσα που θα καταδέχονται να κατανοήσουν τα βλαστάρια τα δικά μας, αλλά και του πολιτισμικού πλαίσιου μέσα στο οποίο, όχι μόνο ως παθητικοί παρατηρητές ανεχθήκαμε να ανατραφούν, αλλά και που εν πολλοίς υπηρετήσαμε. Για τον επιούσιο εννοείται, μόνο που κι η έννοια της ουσίας της ζωής μοιάζει με τη μετάφραση, είναι κι αυτή είδος εποχιακό.

Thursday, May 17, 2007

Το βιβλίο, η έκθεσή του και το πλακόστρωτο


Άλλη μια Έκθεση Βιβλίου τελείωσε για να συνηγορήσει κι αυτή ότι ο θεσμός όσο προχωρεί στο χρόνο όλο και χάνει από τη σημασία του.
Αυτή τη φορά, μάλιστα, η διάρκειά της μειώθηκε κατά το 1/3. Σχεδόν σιωπηρά.
Αιτία; Ήταν ένας από τους όρους της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας -του Υπουργείου Πολιτισμού δηλαδή- στη δικαιοδοσία της οποίας βρίσκεται ο χώρος όπου διοργανώνεται τα τελευταία χρόνια, δηλ. ο πεζόδρομος της Αρεοπαγίτου κάτω από την Ακρόπολη. Ο κρατικός φορέας ο διατεταγμένος για την προστασία των αρχαιολογικών μας μνημείων εξαντλεί εδώ την αυστηρότητά του. Μπορεί ο χορός των αρχαιοκαπήλων καλά να κρατεί στην αγνή ελληνική ύπαιθρο, μπορεί να τρέχουμε ως Κράτος στα διάφορα Μουσεία Γκετί να ζητάμε πίσω τα αρχαία εκείνα, που δεν φροντίσαμε ούτε να φέρουμε στο φώς, ούτε να προστατεύσουμε, μπορεί οι περισσότεροι αρχαιολογικοί χώροι της Ελλάδας να είναι πνιγμένοι στη μολόχα, μπορεί οι φύλακες στα σημαντικότερα μουσεία της χώρας να περιφέρονται μισονυσταγμένοι, φορώντας ό,τι ο καθείς τους κρίνει, με τις αλυσίδες και τα δαχτυλίδια τους, αλλά, όλα κι όλα, προέχει το λιθόστρωτο της Αρεοπαγίτου! Να μην φθαρεί, να μην κακοπάθει από τους αναγνώστες που θα επισκεφτούν την ΄Εκθεση Βιβλίου. Λίγο πιο πέρα το μνημειώδες πλακόστρωτο του Πικιώνη αποσυντίθεται χωρίς κανείς να ανησυχεί. Οι τσιμεντόλιθοι όμως πρέπει να προστατευτούν. Λες και σε άλλες χώρες δεν περνάνε διαρκώς αυτοκίνητα πάνω από τα λιθόστρωτα, τα οποία, μάλιστα, είναι και πιο περίτεχνα. ΄Αρα περιορίζουμε τις μέρες της Έκθεσης Βιβλίου.

Λίγα χρόνια πριν ο θεσμός είχε υποστεί κι άλλη εξορία. Απαγορεύτηκε από το Πεδίο του Άρεως, επειδή κι εκεί προσέβαλε το χώρο! Έδιναν το πάρκο για πολλά και ποικίλα ανατολίτικα παζάρια μέχρι που κάποιος αιρετός παράγων της Υπερνομαρχίας αναφώνησε : "Τέρμα αυτά τα παζάρια, το Πεδίον θα αναβαθμισθεί". 'Εξω λοιπόν και η Έκθεση Βιβλίου, σαν κοινό παζάρι κι αυτή. Και το Πεδίον χρόνια τώρα παραμένει στο ίδιο χάλι, αφού τα λεφτά τελείωσαν χωρίς να χρησιμοποιηθούν για αυτό, στερώντας την κυρία Υπερνομάρχισσα, που τόσες φασαρίες και δαπάνες έγιναν μέχρι να εκλεγεί, από τη μια και μοναδική αρμοδιότητά της δηλ. την ευπρέπεια του Πεδίου του Άρεως.

Σαν να μην έφτανε αυτό έρχεται και ο Σύλλογος των Εκδοτών και απαγορεύει τις εκπτώσεις κατά τη διάρκεια των εκθέσεων.
Κι αναρωτιέται δικαίως ο αναγνώστης: Γιατί να πάω στην Έκθεση Βιβλίου πια; Άμα θέλω βιβλίο στην κανονική τιμή πάω και στο βιβλιοπωλείο.
Και δεν βλέπει ο Σύλλογος των Εκδοτών την τεράστια επιτυχία που έχει το λεγόμενο "Παζάρι του Βιβλίου", που διοργανώνεται από τον ίδιο κάθε χρόνο στην Πλατεία Κλαυθμώνος διαθέτοντας αποκλειστικά και μόνο βιβλία με σημαντική έκπτωση.
Έτσι οι μεν αναγνώστες είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν το βιβλίο στην τιμή της πρώτης ημέρας κυκλοφορίας του, έστω και αν έχουν περάσει περισσότερα από δύο χρόνια από αυτήν, οι δε εκδότες να πολτοποιούν τα στοκ τους, αντί να τα διαθέτουν στο κοινό σε χαμηλή τιμή!

Εύκολα γίνεται, λοιπόν, κατανοητό, πώς συμβαίνει και μέσα σε όλο αυτό το κλίμα του παραλογισμού, ο θεσμός της Έκθεσης Βιβλίου ολοένα φθίνει. Και να σκεφτεί κανείς πως όλοι, αρμόδιοι και μη, κόπτονται ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από μέτρα τόνωσης της εξάπλωσης του βιβλίου και αύξησης της αναγνωσιμότητας.

Thursday, May 3, 2007

Για το πλοίο της ευαισθησίας



Κάποιοι"αλαφροίσκιωτοι"ζακυνθινοί διανοούμενοι αγωνίζονται για να στήσουν στο νησί τους ένα πλωτό μνημείο Ευαισθησίας. Που, μάλιστα, έχει καθιερωθεί εμπράκτως ως τέτοιο από την ζακυνθινή κοινωνία πριν από μερικά χρόνια. Είναι μια ιστορία που κανείς μας πια δεν θυμάται. Σάμπως μας αφήνουν να τη θυμόμαστε; Προέχουν τα ομόλογα, οι σοφές δηλώσεις των φρουρών της Δημοκρατίας όλων των παρατάξεων, ο νέος δίσκος της Μαστροκώστα και η καριέρα των αοιδών της Πάνια.
Εν τούτοις, για εσάς που θέλετε να κάνετε ένα διάλλειμμα από τις "καυτές" ειδήσεις διαβάστε το ιστορικό του θέματος:

(Φωτογραφία: Μπάμπης Πυλαρινός


ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΣΤΑΛΘΗΚΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΑΚΕΛΛΟ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ:

Ζάκυνθος, 20 Ιανουαρίου 2007

Προς Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων Δυτικής Ελλάδας, Υπουργείο Πολιτισμού -Διεύθυνση Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς - Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων

Με αυτό το φάκελο που υποβάλλουμε προς την υπηρεσία σας, ζητάμε να κηρυχτεί το πλοίο ERENLER (ΕΡΕΝΛΕΡ) Διατηρητέο και Ιστορικό για τους παρακάτω λόγους:
1ον. Γιατί είναι ένα πλοίο κατασκευασμένο το 1911 (σε Αγγλικό ναυπηγείο), που παρά τις κατά καιρούς μετασκευές, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα αρχικά χαρακτηριστικά του.
2ον. Γιατί είναι το πλοίο που ναυάγησε το 2001 στη Ζάκυνθο, μεταφέροντας το μεγαλύτερο ανθρώπινο φορτίο στη σύγχρονη ιστορία της μετανάστευσης, στην ευρύτερη περιοχή. Συνδέεται με ένα σημαντικό γεγονός για την σύγχρονη ιστορία της περιοχής, της Ευρώπης και ολόκληρης της ανθρωπότητας, αφού ποτέ άλλοτε δεν έχουν καταγραφεί στη Μεσόγειο τόσοι μετανάστες (750 άτομα, οικονομικοί μετανάστες και πολιτικοί πρόσφυγες, απομακρινόμενοι ή καταδιωγμένοι από εμπόλεμες περιοχές) σε ένα σκάφος. Αποτελεί μνημείο ανθρωπιστικής αντιμετώπισης του ανθρώπινου φορτίου του από σύσσωμο σχεδόν τον πληθυσμό της Ζακύνθου, που με μια πρωτοφανή για τα παγκόσμια δεδομένα κινητοποίηση έδωσε μαθήματα ανθρωπιάς σε ολόκληρο το σημερινό κόσμο.
Το ERENLER πρόσφατα (15/12/06) αγοράστηκε, σε δημοπρασία του ΟΔΔΥ αντί του ποσού των 13.500 €, από ελληνική εταιρεία, με σκοπό να οδηγηθεί σε διαλυτήριο πλοίων. Η κήρυξη του πλοίου ERENLER σε Νεότερο Διατηρητέο και Ιστορικό Μνημείο δίνει τη δυνατότητα αξιοποίησής του, στη Ζάκυνθο, ως πλωτού εκθεσιακού χώρου που μπορεί να φιλοξενεί μόνιμη έκθεση για το συγκεκριμένο γεγονός και τη συμπαράσταση των ντόπιων στους ανθρώπους-φορτίο του πλοίου, όπως και περιοδικές εκθέσεις με περιεχόμενο αντιρατσιστικό ή γενικότερα θεμάτων που άπτονται της μετανάστευσης στο σύγχρονο κόσμο.
Περιοδικά, στα αμπάρια του πλοίου, μπορούν να φιλοξενηθούν και άλλες εκθέσεις ή δραστηριότητες. Παρακαλούμε την Υπηρεσία σας, ως πλέον αρμόδια, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προς τις αρμόδιες αρχές και τον ιδιοκτήτη, ώστε να αποφευχθεί η διάλυση του πλοίου, μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασής σας περί κήρυξης του πλοίου σε Διατηρητέο Μνημείο.


Ο τύπος για την περιπέτεια του ERENLER και την αλληλεγγύη των κατοίκων της Ζακύνθου:

…Ποτέ άλλοτε δεν έχουν καταγραφεί ,στη Μεσόγειο, τόσοι λαθρομετανάστες σε ένα σκάφος…. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ , Tρίτη, 6 Nοεμβρίου 2001

«Είμαι 25 χρόνια γιατρός αυτό δεν το έχω ξαναδεί» Μαθήματα ανθρωπιάς έδωσαν τις τελευταίες δύο ημέρες οι κάτοικοι της Ζακύνθου, που με μια πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα κινητοποίηση προσέφεραν σε ελάχιστο χρόνο όλα τα απαραίτητα για τους περίπου χίλιους αλλοδαπούς που μετέφερε το τουρκικό δουλεμπορικό μότορσιπ.
«Επελέγη ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ και φτιάξαμε τον χώρο υποδοχής. Kι αμέσως ο κόσμος άρχισε να φέρνει τρόφιμα, ρούχα, κουβέρτες. Η στάση όλων των Ζακυνθινών είναι συγκινητική, μέσα σε ελάχιστες ώρες οι αποθήκες γέμισαν με όλα τα απαραίτητα».
«Η κατάσταση ήταν όντως απερίγραπτη», συμπληρώνει ο κ. Φίλιππος Ολυμπίτης, μέλος της ομάδας των Γιατρών του Kόσμου, που βρίσκονται από προχθές στο νησί.
«Ευτυχώς η υποδοχή των Ζακυνθινών ήταν καταπληκτική. Όταν το καράβι μπήκε τελικά στο λιμάνι, ο κόσμος στην προκυμαία χειροκροτούσε! Σε ελάχιστο χρόνο έφεραν όλα τα απαραίτητα, ενώ η προσφορά τους ήταν συγκινητική.
Για παράδειγμα, κάποιος φούρναρης έφερε 700 σάντουιτς, ενώ το ένα τέταρτο του κέντρου υποδοχής είχε καλυφθεί από τα ρούχα που όλοι έφεραν!… ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ , Tετάρτη 7 Nοεμβρίου 2001

Ιθάκη τους ήταν η... Ζάκυνθος Ένας τυφλός από το Ιράκ, μια Αφγανή έγκυος, ένα μωράκι 11 μηνών στον θάλαμο του νοσοκομείου της Ζακύνθου, όλοι βουβοί μάρτυρες ενός απελπισμένου ταξιδιού…
Πάνος Θεοδωρακόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ , Tετάρτη 07 Νοεμβρίου 2001 , Σελ.: N37

…Η κινητοποίηση του λαού της Ζακύνθου για την παροχή βοήθειας στους ταλαιπωρημένους λαθρομετανάστες είναι, κατά γενική ομολογία, συγκινητική. Οι απλοί πολίτες του νησιού προσφέρουν αφειδώς τρόφιμα, κουβέρτες και ρούχα, για να απαλείνουν την ανθρώπινη δυστυχία...
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κύριο Άρθρο, Tετάρτη 7 Nοεμβρίου 2001

…Για μερικές ώρες δημιουργήθηκε αδιέξοδο και ένταση, αλλά χάρη στην παρέμβαση, κυρίως, των γιατρών του νοσοκομείου Ζακύνθου, το πρόβλημα ξεπεράστηκε…
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2001

Γέννησα το παιδί μου στον δρόμο για το όνειρο Η Άνιφερ Μουσέρ κρατάει στην αγκαλιά της το νεογέννητο. «Στο Αφγανιστάν δεν είχαμε ουσιαστικά ζωή, πήρα τα παιδιά μου και τον άντρα μου αναζητώντας καλύτερη μοίρα»… …«Είναι σπουδαίο αυτό που αντικρίσαμε στη Ζάκυνθο, ένα άγνωστο για μας νησί, ζητούσαμε ελπίδα και βρήκαμε ανθρωπιά»… …Στο κλειστό γυμναστήριο δόθηκαν τρόφιμα και ρουχισμός, κάτοικοι του νησιού πρόσφεραν τη βοήθειά τους σε αυτούς τους ανθρώπους. «Οι κάτοικοι του νησιού έδωσαν μαθήματα ανθρωπιάς», δηλώνει ο πρόεδρος του νοσοκομείου… … «Είναι σπουδαία η ανταπόκριση των κατοίκων…», δηλώνει η γραμματέας της Περιφέρειας.
ΤΑ ΝΕΑ , 8 Νοεμβρίου 2001 , Σελ.: N51

Σύμφωνα με τις καταθέσεις, το καράβι έφυγε από τη Σμύρνη (29 Οκτωβρίου) κενό φορτίου και αγκυροβόλησε δύο μίλια ανοιχτά του λιμανιού (με πλήρωμα έξι Τούρκους και έναν Ρώσο). Εκεί έγινε και η σταδιακή επιβίβαση με δύο μεγάλα καΐκια, από κοντινή παραλία. Kατόπιν το πλοίο, με τους 714 στοιβαγμένους σε ένα αμπάρι 25 τ.μ. αναχώρησε με προορισμό την Ιταλία. Ο ακριβής προορισμός του καραβιού δεν έγινε ακόμα γνωστός, όμως η αποβίβαση θα γινόταν με ταχύπλοα, ώστε να υπάρξει δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης του μότορσιπ. Στις 4 Νοεμβρίου, από εργασίες οξυγονοκόλλησης στο αμπάρι προκλήθηκε πυρκαγιά, ενώ το καράβι έπλεε στο Ιόνιο. Σύμφωνα με πληροφορίες της «K», έγιναν δύο τηλεφωνήματα από κινητό τηλέφωνο από το πλοίο, ένα προς την Πεντέλη (πιθανότατα το κέντρο υποδοχής προσφύγων) και ένα στην Τουρκία. Kάποιος από τους δύο συνομιλητές ενημέρωσε για τα τηλέφωνα πρώτης ανάγκης στην Ελλάδα, οπότε και οι επιβαίνοντες επικοινώνησαν με το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και ζήτησαν βοήθεια. Το στίγμα του καραβιού, μάλιστα, εντοπίστηκε ακριβώς μέσω αυτού του κινητού τηλεφώνου.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Παρασκευή, 9 Nοεμβρίου 2001

Βρήκαν στοργή. Αθώα παιδιά, ταλαιπωρημένοι, πεινασμένοι και εξαντλημένοι λαθρομετανάστες βρήκαν απάνεμο λιμάνι στη Ζάκυνθο …Οι πρόσφυγες χορεύοντας και τραγουδώντας και με εμφανή αισθήματα ευγνωμοσύνης αποβιβάστηκαν από το πλοίο… ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2001, Σελ.: N50 …

Ύστερα από συντονισμένη και συγκινητική προσπάθεια των γιατρών του νοσοκομείου Ζακύνθου και άλλων τοπικών φορέων, όλοι οι λαθρομετανάστες που επέβαιναν στο υπό τουρκική σημαία δουλεμπορικό πήραν το δρόμο για τα νοσοκομεία και τους ειδικούς χώρους υποδοχής που ετοιμάστηκαν γι' αυτούς… ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2001

«Ήμουνα μεγάλο διάστημα στα λευκά κελιά, εκεί όπου έχει καταργηθεί η έννοια άνθρωπος...». Η 30χρονη Cem Atilkan, εξουθενωμένη από τα μπουντρούμια των τουρκικών φυλακών, προσπαθεί να ανακτήσει τις δυνάμεις της στη Ζάκυνθο… ΤΑ ΝΕΑ,Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2001

Συνεχίζονται οι προσφορές αγάπης και οι εκδηλώσεις συμπαράστασης από απλούς ανθρώπους, αλλά και επιχειρήσεις προς τους 714 πρόσφυγες της Ζακύνθου, οι οποίοι θα φιλοξενηθούν στο νησί, έως ότου κριθεί η τύχη τους… … Η έμπρακτη υποστήριξη των νησιωτών προς τους αλλοδαπούς συνεχίζεται αμείωτη και σε αυτήν προστίθενται προσφορές του ιδιωτικού τομέα, αλλά και μικροποσά, που στέλνουν ιδιώτες με γράμματα. «Από την πρώτη στιγμή, όλες οι εθελοντικές ομάδες της Ζακύνθου (πρόσκοποι, ΧΕΝ, ΕΕΣ κ.ά.), αλλά και απλοί πολίτες έχουν αναλάβει από το τάισμα των μωρών και τη φροντίδα των γερόντων, έως τον καθαρισμό των χώρων και τον εμβολιασμό των παιδιών», λέει στην «K» ο νομάρχης Ζακύνθου… «Παράλληλα, εξακολουθούν να έρχονται στη νομαρχία προσφορές επιχειρήσεων σε τρόφιμα, γάλα, ρούχα και φάρμακα. Τελευταίως μάλιστα λάβαμε και γράμματα από απλούς ανθρώπους, ακόμα και Ζακυνθινούς φυλακισμένους, που εξέφραζαν τη συμπαράστασή τους, στέλνοντας κάποιο μικροποσό. Η βοήθεια του κόσμου είναι πράγματι συγκινητική»… ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Πέμπτη, 15 Nοεμβρίου 2001


Wednesday, May 2, 2007

Δεν είναι αργία; Είναι απεργία; Παλέυει η εργατιά;

Στη δεκαετία του ΄60 ο Γεώργιος ο Α' Παπανδρέου, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη λήψη εκ μέρους του ως πρωθυπουργού αστυνομικών μέτρων για την καταστολή αντιαμερικανικών διαδηλώσεων της εποχής είχε πει: «Αντιμετωπίζω εξ αρχής ένα δίλλημα. Αν θα πρέπει να σταματήσω τις εκδηλώσεις με αστυνομικά μέτρα ή να τις αφήσω να πάρουν το δρόμο τους, με την προσδοκία ότι η κοινή γνώμη θα κουραστεί τελικά και θα αηδιάσει από τις υπερβολές». (Αλέξης Παπαχελάς, Ο Βιασμός της ελληνικής Δημοκρατίας, Εστία 1997).
Τα λόγια αυτά, που διασώθηκαν σε αναφορά της αμερικανικής πρεσβείας προς το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ στις 5 Μαρτίου 1964, φανερώνουν έναν κυνισμό, πολύ μεγαλύτερο από ό,τι αρχικά συλλαμβάνει κανείς. Κι αυτό επειδή, πέρα από ό,τι η επίσημη εξουσία μετακυλά έτσι τις ευθύνες της για την εύρυθμη λειτουργία της καθημερινής ζωής στις πλάτες των εργαζομένων, δεν φαίνεται να υπολογίζει και πολύ το τεράστιο κόστος από τις ζημίες, τις καταστροφές, τις αναστολές δραστηριοτήτων και την αναστάτωση στη ζωή της κοινωνίας και της οικονομίας όπως και στην ψυχική διάθεση του πολίτη. Με άλλα λόγια την πίεση που επιδιώκουν να προκαλέσουν στην κυβέρνηση οι διαμαρτυρόμενοι προκειμένου να λύσουν κάποιο τους πρόβλημα, η επίσημη εξουσία τα φέρνει έτσι ώστε να την υφίστανται οι διπλανοί τους, που αύριο θα κάνουν τη δική τους πορεία διαμαρτυρόμενοι επίσης για κάποιο δικό τους αίτημα, η πίεση της οποίας θα καταλήξει στις πλάτες εκείνων που διαμαρτύρονται σήμερα. Και, τελικά, το αυτί της κυβέρνησης, δεν ιδρώνει καν όσο κι αν φωνάζουν είτε οι μεν, είτε οι δε, απλώς παραμένει απαθής και περιμένει αυτούς που την εξέλεξαν για να τους προστατεύει «να αηδιάσουν από τις υπερβολές».
Το πιο «ωραίο» απ’ όλα είναι που όλο αυτό το «διαίρει και βασίλευε» το ονομάζουν κάποιοι πολιτική έκφραση της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Και το πιο άσχημο πως μια μεγάλη μερίδα του λαού, κάτι τέτοιο το αποδέχεται και το πιστεύει.

Η πρακτική αυτή του «Γέρου της Δημοκρατίας» εφάρμοστηκε από όλους τους επιγόνους κι απογόνους του ίδιου και της παράταξής του. Στο διάστημα της πολυετούς εφαρμογής της χάθηκαν αμέτρητες ώρες εργασίας, ταλαιπωρήθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι, καταστράφηκαν εκατοντάδες αυτοκίνητα, έπεσαν έξω πάμπολλα καταστήματα, διαλύθηκαν ένα σωρό τζαμαρίες τραπεζών και μαγαζιών. Στο όνομα κάποιων ιδεολογικών νεφελωμάτων περί δικαιωμάτων των εργαζομένων, φαλκιδεύτηκε μια θεμελιώδης αρχή της Δημοκρατίας, το να έχει το δικαίωμα ο καθένας μας να βλέπει το δικαίωμα του άλλου να σταματά εκεί που αρχίζει το δικό του. Αντιθέτως ο έλληνας πολίτης σύρθηκε σε ένα χορό εναλλαγής ρόλων. Πότε έπαιζε το ρόλο του θύματος και πότε του θύτη. Πότε έκανε τις πορείες του σε βάρος των άλλων, πότε υφίστατο το βάρος της πορείας άλλων.
Κι όπως ήταν φυσικό αποτέλεσμα υπέρ των εργαζομένων δεν υπήρχε. Οι κυβερνήσεις αυτές κατάφερναν κανένα από τα προβλήματα να μην λύνεται -με εξαίρεση ίσως ότι κάποιοι συνδικαλιστές που ηγούνταν αυτών των διαμαρτυριών να λύνουν το πρόβλημα της ζωής τους- κανένα από τα αιτήματα να μην ικανοποιείται και να περνάνε νόμοι που καμμιά «συντηρητική» κυβέρνηση δεν πέρασε. Πιο πολύ όμως να χαθεί σιγά-σιγά ένα μεγάλο ποσοστό της πιο αυθεντικής μορφής αυτοσεβασμού, του αυτοσεβασμού εξ αντανακλάσεως, που είναι ο σεβασμός της προσωπικότητας και της περιουσίας του διπλανού.

΄Ετσι σήμερα, όλη αυτή η κακοδαιμονία έχει γίνει πρακτική. Και κάθε προσπάθεια προστασίας του δικαιώματός μας να ζούμε, να κινούμαστε και να δουλεύουμε ελεύθεροι, παράλληλα εκείνου να διαμαρτυρόμαστε και να αγωνιζόμαστε για ό,τι πιστεύουμε πως μας οφείλεται, θεωρείται αντιδημοκρατική κι αυταρχική. Κι αυτή η νοοτροπία αποτελεί πανευρωπαική αποκλειστικότητα, χωρίς, φυσικά, να μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η χώρα μας είναι η πιο δημοκρατική χώρα της Ευρώπης.

Η αναφορά σε ένα τέτοιο θέμα δεν θα είχε θέση σε αυτήν τη στήλη αν δεν επρόκειτο για θέμα Πολιτισμού. Επειδή η Εκπαίδευση, η Παιδεία, η Τέχνη, τα Γράμματα δεν έχουν καμμία αξία για μια κοινωνία αν δεν κατευθύνονται προς την όξυνση της κριτικής ικανότητας των μελών της. Αν δεν τα κάνουν ικανά να επιλέγουν το ωραίο από το άσχημο, το σωστό από το λάθος, το ποιοτικό από το ευτελές, το μεγαλειώδες από το ασήμαντο, το διαχρονικό από το επικαιρικό. Δηλαδή αν δεν τα κάνουν να επιλέγουν ό,τι προάγει το άτομο και, κατά συνέπεια, την κοινωνία.
Εντούτοις τα τελευταία χρόνια οι έλληνες έχουν ξεμάθει να επιλέγουν μόνοι τους τα υλικά από τα οποία παρασκευάζουν την πνευματική και την κοινωνική τροφή τους. Συντηρούνται από πνευματικές και κοινωνικές κονσέρβες, τις οποίες διαλέγουν άλλοι για λογαριασμό τους πριν από αυτούς για αυτούς. Αυτό είναι «in», άρα ακολούθησέ το και δεν χρειάζεται καν να γνωρίσεις τις υπόλοιπες εκδοχές. Το «life style» έχει ξεχωρίσει τι είναι «must» για κάθε περίπτωση και αυτό πρέπει να ακολουθεί ο καθένας μας, αλλιώς «είναι για τα μπάζα». Όταν καταλάβουν το λάθος της «trendy» αυτής επιλογής είναι πολύ αργά. Η ηλικία των επιλογών έχει περάσει και μαζί της η διάθεση για αυτές. Άλλη μια γενιά έχει πάει στο περιθώριο χωρίς να μάθει να κρίνει και να κριτικάρει. Χωρίς, με άλλα λόγια, την ικανότητα του «εκλέγειν».
Το ίδιο κονσερβοποιημένο έχει δοθεί σε μεγάλη μερίδα των ελλήνων πολιτών το τι πρέπει να θεωρεί «προοδευτικό» και τι «συντηρητικό». Απολιθωμένες απόψεις που επικρατούσαν πριν σαράντα χρόνια έρχονται να χαρακτηρίσουν την σημερινή πραγματικότητα, παραβλέποντας τα ιστορικά γεγονότα και τις κοινωνικές εξελίξεις αυτού του χρονικού διαστήματος, στο οποίο συνέπεσε η ταχύτητα των μεταβολών να είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά. Έτσι η παθητικότητα και η σχηματοποιημένη «διαμαρτυρία» με μια απεργία πχ. ή με μια πορεία στο Σύνταγμα, έρχεται να υποκαταστήσει, ατελώς φυσικά, τη δίαθεση για αμφισβήτηση την οποία ο δημοκρατικός πολίτης πρέπει να έχει στην καθημερινή ζωή του. Κι αυτό είναι το χειρότερο πρόσωπο του αυταρχισμού και του συντηρητισμού.
Μόνο που όσοι έχουν λόγους να συντηρούν αυτό το κοινωνικό κλίμα αγνοούν την ίδια την ανθρώπινη φύση. Που «κουράζεται κι αηδιάζει» επίσης κι από τη υποκρισία και τη δολιότητα κάποιων ταγών της.

Wednesday, April 25, 2007

Περί ευθύνης υπουργών και πολιτών





Δεκαέξι χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του τον κάλεσε η Εφορία να πληρώσει μια οφειλή του μακαρίτη ύψους € 250. Στα χρόνια που μεσολάβησαν κατέβαλε αρκετά ως φόρο κληρονομίας και στη συνέχεια, επειδή πια δεν έμενε στο νησί, μετέφερε τη φορολογική του μερίδα στην Αθήνα.
Η Εφορία έκανε εκκαθάριση οφειλών, χωρίς ουδεμία μνεία στο πατρικό χρέος. Παρά ταύτα τώρα πρέπει να πληρώσει και τόκους, περίπου δηλαδή το ποσό τριπλάσιο. Και θεωρήθηκε πολύ μεγάλη καλωσύνη του Δημοσίου που δέχθηκε να κάνει μια μείωση των τόκων κατά 40%.

Ωραία, δεν έχει αμφιβολία ότι τα χρέη προς το Δημόσιο πρέπει να πληρώνονται , έστω κι αν είναι προπατορικά, έστω κι αν έχουν προσαυξηθεί ένεκα της αμέλειας των εφοριακών λειτουργών. Διαφορετικά ''πού να τα βρίσκει και το Κράτος'';

΄Ομως έχει ακούσει ότι δεν πάει πολύς καιρός που Κυβέρνηση και Βουλή βρίσκονταν σε έναν Μαραθώνιο για να προλάβουν τις παραγραφές των ευθυνών του άλφα και του δείνα Υπουργού για οικονομικής φύσεως αποφάσεις τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Κι έχει κι ο ίδιος αγχωθεί μπας και περάσει η τάδε θητεία της Βουλής, και δεν μπορέσει η Δικαιοσύνη να προχωρήσει τις έρευνές της για κάποια δισεκατομμύρια που έφυγαν από εδώ κι από εκεί με υπουργικές αποφάσεις, για τα οποία η Δικαιοσύνη έχει εκφράσει υποψίες δόλου ή και αμέλειας από τον Υπουργό που τις υπέγραψε. Άλλες καταγγελίες για παραλείψεις, λόγω ασχετοσύνης , ας πούμε, κρατικών λειτουργών πάνε κι έρχονται και κάποια στιγμή χάνονται.
Ξέρει επίσης ότι ανήκει στον κυρίαρχο λαό, και ότι η ζωή του διέπεται από ένα Σύνταγμα, που σε κάθε σχεδόν άρθρο του, δεν φείδεται να παραθέτει λέξεις παράγωγες του ουσιαστικού «ίσος», όπως ισότητα, ισοπολιτεία, ισονομία κλπ.
Κι έχει όλη την καλή διάθεση να καυχιέται για το Δημοκρατικό του Πολίτευμα, ιδίως που, ως Έλλην, έχει γονίδια που προέρχονται από εκείνους που το εμπνεύστηκαν.

Έλα όμως που ένα Ειδοποιητήριο της Εφορίας, που αφορά μόνο αυτόν και τους ομοίους του και ένας Νόμος περί Παραγραφών, που αφορά μόνο τους Υπουργούς, έρχεται να τον κλονίσει!
Τι να κάνει; Αν δεν πληρώσει την Εφορία αύριο δεν θα του δίνουν «φορολογική ενημερότητα» να κάνει μια δουλειά του.

Άρα πληρώνει την πατρική οφειλή, ξαναψηφίζει τους Βουλευτές της προηγούμενης Βουλής, αφού πάλι αυτοί και μόνο θέλουν να ξαναγίνουν Υπουργοί και υιοθετεί την λύση της αυτοάμυνας, προσπαθώντας να κρύψει ό,τι μπορεί από τη προσεχή φορολογική του δήλωση.
(Η ιστορία του πιο πάνω πολίτη είναι πραγματική, όπως και οι ιστορίες των υπουργών της χώρας μας, άλλωστε)

Saturday, April 14, 2007

Προτομές, μνημεία και κομματικό όφελος







Η Χρονογραφία και η Μαρτυρία, σημαντικές κι απαραίτητες ιστορικές πηγές, χρειάζονται πενήντα χρόνια τουλάχιστον για να μετατραπούν σε Ιστορία, απαλλαγμένες από συναισθηματισμούς, πάθη ή υποκειμενισμούς των καταγραφέων τους. Τα μεγάλα Αρχεία δημοσιοποιούν τα έγγραφά τους μόνο αφού περάσουν πενήντα χρόνια από την δημιουργία τους, για να μην αναμοχλεύουν μίση και πάθη.

Αυτές οι διεθνώς παραδεκτές Αρχές έχουν στην πράξη καταργηθεί από τους παντοδύναμους, ελέω «Καποδίστρια» άρχοντες της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χάριν του κομματικού όφελους, του αντίθετου από το περιβόητο τα τελευταία χρόνια συγχωροχάρτι, που αποκαλείται «πολιτικό κόστος», το οποίο στην ουσία είναι κομματικό κόστος.
Κάθε Δήμος μπορεί κι αποφασίζει να μετονομάζει δρόμους και πλατείες, νοσοκομεία και στάδια ή να στήνει προτομές κι ανδριάντες, σε ανθρώπους που πέθαναν μόλις χθες.
Αποκορύφωμα την περίπτωση Κεντέρη, που μια εποχή σχεδόν ό,τι υπήρχε στη Λέσβο πήρε το όνομά του, παρότι ο ίδιος ήταν-δεν ήταν εικοσιπέντε ετών και η καριέρα του μόλις στο ξεκίνημά της.

Στη Δημοκρατία είναι απόλυτα αντιδημοκρατικό να υποχρεώνεις έναν πολίτη να ζει ή να περνά από έναν δρόμο που φέρει το όνομα κάποιου για του οποίου τον βίο και την πολιτεία έχει αντιρρήσεις, τη στιγμή που η Ιστορία δεν έχει καταλήξει για αυτόν, επειδή είναι ακόμη νωρίς.
Και τι γίνεται αν τα οι μετέπειτα εξελίξεις έλθουν ενάντιες στη συγκριμένη ονοματοδοσία;
Δεκαετίες τώρα προσπαθούν οι Αθηναίοι να μην αποκαλούν την πλατεία μπροστά από το Δημαρχείο τους, ως Πλατεία Κοτζιά, του συνεργάτη δηλαδή των Γερμανών.
Πόσο τιμητικό για τη μνήμη του τιμωμένου είναι το να αγανακτούν καθημερινά οι ασθενείς κεντρικού νοσοκομείου που φέρει τα τελευταία χρόνια το όνομα του Υπουργού που, από καλή πρόθεση, νομοθέτησε το δικό του Ε.Σ.Υ, όταν πια το ευαγές αυτό ίδρυμα αποτελεί την τρανότερη απόδειξη της αποτυχίας ή της κακής εφαρμογής, όσων οι νόμοι του επέβαλαν;
Πώς να εξηγηθεί το ότι υπάρχουν προτομές στο κέντρο της Αθήνας για ηθοποιούς που έγιναν δημοφιλείς μέσω τσαχπινιάς ή πολιτικής, ενώ μεγάλες τραγωδοί , κάποια από αυτές τιμημένη και με Όσκαρ, έχουν εντελώς ξεχαστεί;
Κι είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει προτομή του, επίσης τιμημένου με Όσκαρ, Μάνου Χατζιδάκι, παρότι οι δύο «προτομούχες» έκαναν καριέρα με τα τραγούδια του, η μια μάλιστα διεθνή!
Ούτε του Σολωμού, εκτός μιας άθλιας και παραπεταμένης στον Εθνικό Κήπο, ούτε των δύο Νόμπελ!
Στη φωτογραφία το Μαυσωλείο Δ. Σολωμού και Ανδρέα Κάλβου, στη Ζάκυνθο, με τα οστά των δύο ποιητών.

Monday, April 9, 2007

Το βιβλίο, οι στήλες, η κριτική και οι κριτικοί



Πόσοι ψωνίζουν τα βιβλία τους βασιζόμενοι στους πίνακες των «best sellers» ή των, κατά νεολογισμό «ευπώλητων», που δημοσιεύονται στον τύπο;

Προφανώς όχι οι άνθρωποι του βιβλίου, οι συστηματικοί αναγνώστες, αφού εκείνοι, με ειδικές προτιμήσεις και κατασταλαγμένα γούστα, ποτέ δεν θα αγοράσουν ένα βιβλίο μόνο επειδή παρουσιάστηκε ως «ευπώλητο». Συνηθίζουν να πηγαίνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο βιβλιοπωλείο και να ενημερώνονται εκεί. Γνωρίζουν καλά πως το «ευπώλητο», όχι μόνο «ευπώλητο» δεν είναι πάντα, αλλά ούτε απαραίτητα όντως καλό βιβλίο.

Οι άνθρωποι του βιβλίου, υποψιασμένοι για τα τεκταινόμενα στο χώρο του, σπάνια ακολουθούν αυτές τις στήλες. Εν τούτοις θεωρούν ότι η εικόνα είναι πιο εναργής όταν η εφημερίδα δημοσιεύει ότι «σε συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο, δεδομένης περιοχής, την περασμένη εβδομάδα, τα εξής δέκα πρώτα βιβλία ‘έδωσαν’ τα ακόλουθα αντίτυπα». Όταν δεν έχουν μπροστά τους μόνο τα ποσοτικά, αλλά και τα ποιοτικά δεδομένα.
Λιγότερο στέκονται οι μόνιμοι αναγνώστες στις εφημερίδες που παραθέτουν αποκάτω 15-20 βιβλιοπωλεία, άσχετα μεταξύ τους ως προς το μέγεθος και το είδος του κοινού τους, διαφόρων περιοχών, από τα στοιχεία των οποίων αναφέρεται ότι καταρτίστηκε η στήλη. Χωρίς να φαίνεται τι ακριβώς στοιχεία έδωσαν. Έβγαλε ο δημοσιογράφος ένα μέσον όρο κι έκανε μια κατάταξη! Έτσι ο «Ελευθερουδάκης» δίνει ως πρώτο ένα βιβλίο, επειδή έχει πουλήσει στα είκοσι περίπου βιβλιοπωλεία του πχ. εβδομήντα αντίτυπα και βιβλιοπωλείο μικρής πόλης έρχεται να αλλάξει το αποτέλεσμα, επειδή σε εκείνο πουλήθηκαν δύο αντίτυπα από κάποιο άλλο βιβλίο, συνεπώς έχει εκείνο ως πρώτο σε πωλήσεις.
Κι αυτό επειδή στο τέλος το «πρώτο» βγαίνει ανάλογα με το ποιο δίνουν οι περισσότεροι για πρώτο.

Ούτε όμως και οι άνθρωποι που δεν ανοίγουν βιβλίο, (το 80% των συμπατριωτών μας δηλαδή, ανεξάρτητα αν διαθέτουν «αγύριστη» άποψη και ψήφο) δεν επηρρεάζονται από αυτές τις στήλες। Θα διαβάσουν όλην την εφημερίδα, εκτός από τη στήλη του βιβλίου. Και θα αγοράσουν το βιβλίο που θα γίνει «ευπώλητο», όχι με τη βοήθεια των στηλών των εντύπων, αλλά επειδή όλοι θα μιλούν για αυτό, που θα έχει γίνει «του συρμού».
Παρά ταύτα οι εκδότες προσπαθούν να περιποιούνται με δώρα, προσκλήσεις κλπ। τους αρμόδιους για τις στήλες του βιβλίου δημοσιογράφους, τους πολλούς υπευθύνους βιβλιοπαρουσιάσεων και τους ελάχιστους κριτικούς। Σε κάποιους δε από αυτούς προτείνουν να αναλάβουν τις δημόσιες σχέσεις των εκδοτικών τους οίκων, παράλληλα, εννοείται με την δημοσιογραφική βιβλιογραφική τους στήλη ή να τους εκδόσουν δικά τους βιβλία। Μερικοί δέχονται κι από εκεί και πέρα είναι να δει κανείς πόσο είναι κομψό κάτι τέτοιο, πριν εξετάσει η ΕΣΗΕΑ κατά πόσο αρμόζει στην δημοσιογραφική δεοντολογία, πράγμα που δεν έχει κάνει ποτέ। Γιατί είναι εμφανές πως όταν είναι ο δημοσιογράφος μισθωτός του εκδότη ή ο εκδότης τυγχάνει να είναι κι "ο εκδότης του" θα δυσκολευτεί αρκετά να αρνηθεί την παρουσίαση βιβλίου του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου, πόσο μάλλον να γράψει αρνητική κριτική για ένα κακό βιβλίο αυτού του εκδοτικού οίκου। Όταν λέμε "δημόσιες σχέσεις" εδώ κυρίως εννοούμε πως ο δημοσιογράφος θα τηλεφωνήσει στους συναδέλφους του στα άλλα έντυπα και θα τους ζητήσει ευνοική παρουσίαση του βιβλίου, γνωστοποιώντας τους ότι ως δεύτερη δουλειά έχει τις δημόσιες σχέσεις του οίκου। Πολλές φορές το πράγμα πάει ακόμη μακρύτερα। ΄Εχει συμβεί δημοσιογράφοι υπεύθυνοι για το βιβλίο να εκδίδουν βιβλίο τους δαπάναις του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, οπότε άντε μετά να γράψουν κακό λόγο για την πολιτική του βιβλίου στην Ελλάδα!
Θυμάμαι το παράδειγμα του Θόδωρου Χατζηπανταζή, σπουδαίου θεατρολόγου, καθηγητή πανεπιστημίου σήμερα, ο οποίος, όταν εργαζόταν ως θεατρικός κριτικός στην "Ελευθεροτυπία" με το όνομα Θόδωρος Κριτικός, αρνιόταν να χρησιμοποιήσει τις προσκλήσεις που του έστελναν οι θίασοι που θα έκρινε και καθόταν στην ουρά κι έκοβε κανονικό εισιτήριο, το οποίο, φυσικά, πλήρωνε από την τσέπη του। Ούτε καν δήλωνε στο ταμείο ποιος είναι προκειμένου να εξασφαλίσει καλή θέση!
Ανεξάρτητα λοιπόν από το πόσοι είναι αυτοί οι δημοσιογράφοι που περιγράφτηκαν πιο πάνω, με τη στάση τους θίγουν όλον τον κλάδο, ο οποίος συνάδελφοι ή μη, όφειλε να μην ανέχεται αυτήν τους τη συμπεριφορά। Επειδή σωστό είναι να κινητοποιείται η ΕΣΗΕΑ ως ο συνδικαλιστικός φορέας των δημοσιογράφων κάθε φορά που απολύεται κάποιος, αλλά με δεδομένο ότι η δημοσιογραφία είναι λειτούργημα, επίσης σωστό είναι να κάνει το ίδιο κι όταν κάποιο μέλος της δεν το κατανοεί επαρκώς.

Πάντως, γεγονός είναι πως το αναγνωστικό κοινό είναι εκείνο που αναδεικνύει τα βιβλία σε «ευπώλητα», ανεξάρτητα από καθοδηγήσεις। Σε δύο περιπτώσεις: όταν είναι όντως καλά κι όταν τα έχει ανάγκη.

Tuesday, April 3, 2007

Ζεί ακόμα ο Διονύσιος Σολωμός;


Την 21η Φεβρουαρίου 1857, εκατόν πενήντα χρόνια από σήμερα, ο Εθνικός Ποιητής Διονύσιος Σολωμός άφηνε την τελευταία του πνοή στην Κέρκυρα, στο σπίτι που στεγάζει σήμερα την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών και το Μουσείο Σολωμού. Η πολύ δυστυχισμένη προσωπική ζωή του, τα έφερε έτσι ώστε να φτάσει σε χρόνια δικαστική διαμάχη με την ίδια τη μητέρα του, αιτία που τον είχε απομακρύνει επί μακρόν από την Ζάκυνθο, όπου είδε το φως τo 1798.

Κάθε χρονιά που συμπληρώνεται μια στρογγυλή επέτειος από τις δύο αυτές χρονολογίες που σηματοδοτούν τη ζωή του Εθνικού Ποιητή, εορτάζεται ως Έτος Σολωμού. Τελευταία φορά, κηρύχθηκε το 1998.
Αλλού όταν αφιερώνουν ένα έτος σε κάποια προσωπικότητα, όχι μόνο οργανώνουν πληθώρα εκδηλώσεων με διττό χαρακτήρα, τιμητικό και πληροφοριακό, αλλά και αξιοποιούν αυτήν την ευκαιρία για να προχωρήσουν περισσότερο την έρευνα στην ψυχή και στο έργο εκείνου που τιμούν, ιδίως δε να εκτιμήσουν τις διαστάσεις που διαμορφώνουν οι υποθήκες αυτού του έργου στη σύγχρονη εποχή.
Εδώ περιοριζόμαστε σε κάποιο συνέδριο, το οποίο μερικοί επιστήμονες με αυταπάρνηση διοργανώνουν και σε έναν αυτοσχέδιο τόμο πρακτικών, που εκδίδονται μερικά χρόνια μετά, υπό την προϋπόθεση ότι θα βρεθεί η σχετική χρηματοδότηση.
Παρότι τα συνέδρια αυτά είναι πολύ χρήσιμα, πολύ λίγο βοηθούν ώστε το πνεύμα του έργου του τιμώμενου να περάσει έξω από τα στεγανά των ειδικών και να πλησιάσει τον κόσμο, πολύ δε περισσότερο να συντελέσει στη διαμόρφωση της επίκαιρης πραγματικότητας.
Έτσι σήμερα, αν κι αναγνωρίζεται ο Διονύσιος Σολωμός αμέσως ως ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να κάνουν κάποια αναφορά στην προσωπικότητα ή το έργο του, πέρα από το ότι αποτελεί τον ποιητή του «Εθνικού Ύμνου» μας.

Κι όμως το παρελθόν, κατοικεί ταυτόχρονα, στο συλλογικό μας παρόν και μέλλον. Ιδίως για περιπτώσεις πνευματικών ανθρώπων, όπως ο Διονύσιος Σολωμός, που είναι ένας έξω από τα κοινά μέτρα ποιητής.
Όχι μόνο υπήρξε καινοτόμος σε μορφή, περιεχόμενο και φιλοσοφία έργου, αλλά και ιδιαιτέρως διαχρονικός. Κάθε εποχή αντί να διαγράψει τις διαστάσεις αυτού του έργου, τις ανανεώνει και τις φωτίζει από πλευρά διαφορετική, ανάλογα με τα αιτήματα και τα δεδομένα της.

Ο φετινός εορτασμός θα μπορούσε να περιστραφεί γύρω από το ογδοηκοστό δεύτερο τετράστιχο του Ύμνου: «Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία, - που ό,τι θέλεις ημπορείς, - εις τον κάμπο, Ελευθερία, - ματωμένη περπατείς».

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η «Ελευθερία» στις αρχές του 21ου αιώνα και με την Ανθρωπότητα στο απόγειο της τεχνολογίας, «ματωμένη» περπατεί σε κάθε σχεδόν γειτονιά του Κόσμου, αναζητώντας σε διακηρύξεις διεθνών οργανισμών και σε μεγάλα λόγια ηγετών την ηθική δικαίωσή της, που δεν είναι άλλη από την ηθική αυτοδικαίωση του Ανθρώπου.
Όσο δε για την Ελλάδα, η Ελευθερία αναζητά για μια ακόμα φορά το νόημά της μέσα στη Γλώσσα, δηλαδή, μέσα στην κιβωτό της Παιδείας, στη γλώσσα που, κατά το Σολωμό, δεν μπορεί αλλιώς να γράφεται κι αλλιώς να μιλιέται.
Το έλλειμμα όμως στην Παιδεία μας, τη σχολική και την κοινωνική, το οποίο προέκυψε τα τελευταία χρόνια, τοποθετεί ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο στεγανά. Αλλιώς γράφουν πάλι οι σοφολογιότατοι κι αλλιώς μιλούν οι νέοι. Πράγμα που για το Σολωμό σηματοδοτεί μεγάλο κίνδυνο για την Ελευθερία.
.
«Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;» έγραψε.
Κι είναι ευκαιρία το 2007 να αναρωτηθούμε κι εμείς τι άλλο συμβαίνει να έχουμε στο νου, εκτός από αυτές τις δύο θεμελιώδεις αξίες κι έχουν γίνει όλα όπως έχουν γίνει. Σήμερα, που υπάρχει τόση ασάφεια όσον αφορά στην πραγματική ουσία και την αληθινή σημασία των εννοιών τους.